Κλίμα, χλωρίδα και πανίδα

/Κλίμα, χλωρίδα και πανίδα
Κλίμα, χλωρίδα και πανίδα 2017-10-04T08:53:05+00:00

Το κλίμα της Δωρίδας συνδέεται άρρηκτα με τη φυσιογεωγραφία και το ιδιαίτερο ανάγλυφο της περιοχής. Η Δωρίδα διαβρέχεται στα παράλια από τον Κορινθιακό Κόλπο, ένα τμήμα της είναι ημιορεινό ενώ μεγάλο μέρος της Δωρικής Γης καλύπτεται από ψηλά βουνά. Οι βασικοί ορεινοί όγκοι είναι η οροσειρά των Βαρδουσίων και η Γκιώνα. Η έντονη διαβάθμιση των κλιματικών συνθηκών (και εδαφικών) στο σύνολο της περιοχής, αποτυπώνεται στην έντονη διαβάθμιση και ποικιλία της βλάστησης (και της χλωρίδας). Δημιουργούνται έτσι ποικίλοι βιοκλιματικοί τύποι, από τον ξηροθερμικό μεσογειακό του λιοκαμένου βράχου με τα φρύγανα στη Γκιώνα, ως τον ορομεσογειακό ηπειρωτικό της οξυάς στα αλπικά Βαρδούσια.
Βρίσκουμε όσα είδη απαντώνται στα φρυγανικά και μεσογειακά οικοσυστήματα δηλαδή σχοίνους, αγριελιές, θαμνοκυπάρισσα, πουρνάρια, κάποιες μεμονωμένες συστάδες από δρυς, την ελάτη σε ύψος 600-1.800Μ. και τέλος – ψηλά στις κορυφές – τα αλπικά λιβάδια με υπέροχα αγριολούλουδα και αγρωστώδη.
Η Γκιώνα, με χαρακτήρα καθαρά αλπικό, βρίσκεται στο κέντρο του νομού Φωκίδας βορειοδυτικά από την κοιλάδα της Άμφισσας, αποτελεί τμήμα της νότιας απόληξης της οροσειράς της Πίνδου και ενώνεται με τον Παρνασσό ανατολικά, με τα Βαρδούσια όρη δυτικά και με την Οίτη στα βόρεια. Στα νότια ενώνεται με το χαμηλό σύμπλεγμα λόφων που ονομάζονται Όρη Λιδωρικίου. Είναι ένα βουνό με αδρό και ξεκάθαρο ανάγλυφο, με βαθιές χαράδρες, ρεματιές και ασβεστολιθικές ορθοπλαγιές που το κάνουν δύσβατο, ενώ διαθέτει την μεγαλύτερη ορθοπλαγιά των Βαλκανίων, την Πλάκα της Συκιάς, με υψομετρική διαφορά 1.100 μέτρα περίπου. Σύμφωνα με το σχετικό μύθο, στο όρος κατοικούσε ένας βοσκός, ο Ενδυμίων, γιος της Πύρρας και του Δευκαλίωνα, και όταν πήγαινε η ημίθεα Σελήνη να τον συναντήσει, στις παρυφές του βουνού, άφηνε τον κόσμο χωρίς φεγγάρι (Ασέληνο Όρος).Υπάρχουν τρία ενδημικά φυτά στη Γκιώνα, 14 ενδημικά της Στερεάς και συνολικά 60 ενδημικά της Ελλάδας, τα περισσότερα στην αλπική ζώνη και στις ορθοπλαγιές. Σημαντικές φυτοκοινότητες ως προς την σύνθεση ειδών και την έκτασή τους παρατηρούμε:
• Στην βλάστηση των υγρολίβαδων, των εποχικά κατακλυζόμενων εκτάσεων και των αμμοθινών στους υγρότοπους του Μόρνου και του Ευήνου. Συμμετέχουν είδη όπως Salicornia, Halimione, Scripus, Tamarix, Phragmites κλπ.
• Στην ποώδη βλάστηση των κάθετων βράχων, των φαραγγιών και των αλπικών λιθώνων. Εδώ παρατηρούνται αρκετά ενδημικά είδη. Χαρακτηριστικά είναι τα Centaurea niederi και το Centaurea heldreichi.
Τα Βαρδούσια (ή Κόρακας) είναι σύμπλεγμα βουνών που περιλαμβάνει το νοτιότερο άκρο της Πίνδου στη Στερεά Ελλάδα. Ο κύριος όγκος των Βαρδουσίων υψώνεται στα εδάφη της επαρχίας Δωρίδας του νομού Φωκίδας, ενώ μικρό τμήμα του στα βόρεια υπάγεται στο νομό Φθιώτιδας. Τα Βαρδούσια αποτελούνται από τρία συγκροτήματα κορυφών, το βόρειο, το δυτικό και το νότιο. Το βόρειο συγκρότημα χαρακτηρίζεται από ομαλές κορφές, το δυτικό παρουσιάζει πολλές απόκρημνες και ανεξάρτητες μεταξύ τους κορυφές ενώ το νότιο που είναι και το υψηλότερο, σχηματίζει μία απόκρημνη και μεγάλη σε μήκος κορυφογραμμή. Είναι από τις ελάχιστες οροσειρές της Ελλάδας που έχουν αλπικό χαρακτήρα(Άλπεις της Ρούμελης κατά τους ορειβάτες). Το αρχαίο ελληνικό όνομα του βουνού ήταν Κόραξ, ενώ ο αρχαίος γεωγράφος και ιστορικός Στράβων το ονόμασε «Μέγιστον όρος» εξαιτίας της εντυπωσιακής παρουσίας του. Η οροσειρά ορίζεται από τους ποταμούς Μόρνο, Εύηνο και Κοκκινοπόταμο και έχει πλούσια χλωρίδα. Μεγάλο τμήμα της επιφάνειας της καλύπτεται από δάση ελάτης, βελανιδιάς και κέδρων (αρκεύθων) ενώ στα εκτεταμένα υψίπεδα που σχηματίζονται ανάμεσα στις κορυφές βόσκουν μεγάλα κοπάδια προβάτων και γιδιών. Πολλά σημεία του βουνού είναι κατάλληλα για ορειβασία ενώ στις πλαγιές των Σκόρδων λειτουργούν δύο ορειβατικά καταφύγια. Ψηλές κορυφές των Βαρδουσίων είναι ο Κοκκινιάς (2.404 m), η Πυραμίδα (2.348 m), η Μεγάλη Σούφλα (περ. 2.340 m), η Πλάκα (περ. 2.320 m), το Βουνό της Χωμήριανης ή Μεγάλη Χούνη (2.294 m), η Αλογόραχη (2.265 m), το Βουνό της Κωστάριτσας (2.216 m), το Κάτω Ψηλό (περ. 2.140 m), το Γιδοβούνι (2.065 m), το Σινάνι (2.055 m) και άλλες. Στα Βαρδούσια έχουν καταγραφεί 62 ενδημικά είδη φυτών.
• Στην μεγάλη φυσικότητα και αντιπροσωπευτικότητα που χαρακτηρίζουν σημαντικές εκτάσεις δασών κεφαλληνιακής ελάτης και πλατύφυλλης βελανιδιάς στα ορεινά της περιοχής παρέμβασης. Συναντούμε διατάρακτα δάση που δεν έχουν υλοτομηθεί, με όλες τις κλάσεις ηλικιών των κυρίαρχων δέντρων.
• Στην έντονη κάθετη ζώνωση που αναπτύσσουν οι τύποι βλάστησης, καθώς διαβαθμίζονται από τη θάλασσα ή από τα βαθιά ρέματα και τις ποταμοκοιλάδες προς τις κορυφές.
Η πραγματική χλωριδική πανδαισία βρίσκεται στα αλπικά λιβάδια που ξανοίγονται σε ύψος 1.800 έως 2.000 μέτρων, με πολλά σπάνια, ενδημικά είδη (όπως η Caphalaria glaberrima, η Campanula colu-mnaris, η Acbillea barbeyana). Από τα μεγάλα θηλαστικά που ζουν εδώ το πιο σημαντικό είναι το αγριόγιδο, που δυστυχώς διώκεται ανελέητα από λαθροθήρες, και ο λύκος, στο νοτιότερο πιθανότατα σημείο εξάπλωσής του στη Βαλκανική χερσόνησο. Αξιόλογη είναι επίσης η ορνιθοπανίδα καθώς μέρος των Βαρδουσίων έχει χαρακτηρισθεί ως «Ζώνη Ειδικής Προστασίας», όπου κυριαρχούν τα μεγάλα αρπακτικά, φιδαετοί, λίγα ζευγάρια των σπάνιων πια χρυσαετών, πετρίτες κ.ά.
• Κλιματολογικά στοιχεία: Η μέση ετήσια θερμοκρασία ανέρχεται σε περίπου 18,1°C στα παράκτια και πεδινά και φτάνει τους 11,7°C στα ορεινά. Το μέσο ετήσιο ύψος βροχής ξεκινά από 591,2 έως 931,2 mm περίπου στα παράκτια και πεδινά και φτάνει τα 1.087 mm στα ορεινά. Οι χιονοπτώσεις είναι ιδιαίτερα έντονες στα ορεινά. Η μέση ετήσια σχετική υγρασία κυμαίνεται από 67,35% στα παράκτια έως 64,1% στο εσωτερικό. Στα παράκτια το καλοκαίρι επικρατούν οι νοτιοοδυτικοί άνεμοι και τον υπόλοιπο χρόνο οι βορειοανατολικοί. Στα ορεινά το καλοκαίρι επικρατούν οι βορειοανατολικοί και βόρειοι άνεμοι και τον υπόλοιπο χρόνο κυρίως οι βόρειοι.
Στην περιοχή εμφανίζονται τρεις ζώνες βλάστησης με τις υποζώνες τους:
• α) Ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης (Quercetalia ilicis)/ Παραλιακή, λοφώδης και ημιορεινή περιοχή (Θέρμο- και μέσο- μεσογειακός όροφος βλάστησης). Το υψομετρικό εύρος της ζώνης αυτής ξεκινά από την επιφάνεια της θάλασσας και φτάνει τα 500-700m και μερικές φορές τα 1000m. υποζώνες:
• Παραμεσογειακή ζώνη βλάστησης / Λοφώδης υποορεινή στην οποία συναντάμε διάφορα είδη δρυός και κυρίως η πλατύφυλλη δρυς (Quercus frainetto), αλλά και άλλα είδη
• Ζώνη Δασών οξυάς – ελάτης και ορεινών παραμεσόγειων κωνοφόρων (Quercetalia pubescentis, Fagetalia) (Ορεινός-μεσογειακός όροφος βλάστησης). Η ζώνη αυτή σε αντίθεση με τα προηγούμενα ξηροθερμόβια δάση, χαρακτηρίζεται από την ψυχρή, υγρόφιλη, μεσευρωπαϊκή βλάστηση, το κλίμα της ζώνης αυτής είναι ορεινό μεσογειακό και προσέγγιση αυτό της Μεσευρώπης.

Προστατευόμενες περιοχές:
Στον Δήμο συναντώνται 3 Βιότοποι NATURA 2000 και 2 Βιότοποι CORINE. Οι περιοχές NATURA αφορούν:
• Ζώνες Ειδικής Προστασίας – ΖΕΠ (Special Protection Areas – SPA) όπως ορίζονται από την Οδηγία 79/409/ΕΚ ‘’Για τη διατήρηση των άγριων πτηνών’’
• Τόπους Κοινοτικής Σημασίας – ΤΚΣ (Sites of Community Importance – SCI) όπως ορίζονται από την Οδηγία 92/43/ΕΚ ‘’Για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας’’.
Οι προστατευόμενες περιοχές που περιλαμβάνονται, εξ ολοκλήρου ή τμήματά τους, στον Δήμο Δωρίδος είναι οι εξής:
• Όρη Βαρδούσια, με κωδικό GR2450001 Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (SCI), συνολικής έκτασης 19373.53 ha.
• Όρη Βαρδούσια, με κωδικό GR2450008 Ζώνης Ειδικής Προστασίας (SPA), συνολικής έκτασης 24789.15 ha. Τα είδη χαρακτηρισμού της συγκεκριμένης Ζώνης Ειδικής Προστασίας είναι τα Aq u ila chrys aetos και Emberiza hortulata
• Παραλιακή ζώνη από Ναύπακτο έως Ιτέα, με κωδικό GR2450004 Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (SCI), συνολικής έκτασης 10618.68 ha
Οι βιότοποι CORINE είναι:
Α. A00010051 Βιότοπος CORINE Βαρδούσια όρη. Ελαφρώς τραχύ βουνό, γυμνό πάνω από τα 1500 m, χωρίζεται από τη Γκιώνα με την απότομη κοιλάδα του Μόρνου. Στην περιοχή συναντώνται βοσκοτόπια σε μεγάλα υψόμετρα, ενδιάμεσες πλαγιές καλυμμένες με δάση από Abies cephalonica (Κεφαλληνιακή ελάτη), μεγάλες ρεματιές και γυμνοί βράχοι, σχηματίζοντας έναν μεγάλο ορεινό όγκο μαζί με τα βουνά Οίτη, Γκιώνα και Παρνασσός. Η περιοχή είναι σημαντική για μεγάλα αρπακτικά πτηνά και τρυποκάρυδους, ενώ αποτελεί την πιο νότια παρουσία των Canis lupus (Λύκοι) και πιθανώς Lynx lynx (Λύγκας). Επίσης, σημαντική είναι η χλωρίδα της περιοχής.
Β. A00200048 Βιότοπος CORINE Όρη Γκιώνα, Οίτη και Βαρδούσια. Πολύ μεγάλο σύμπλεγμα απότομων βουνών που καλύπτονται στο μεγαλύτερο μέρος με δάση από έλατα και είναι γυμνά πάνω από τα 1900 m.
Επιπλέον, στον Δήμο συναντώνται τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, μεταξύ αυτών τα νησιά Τριζόνια και συγκεκριμένα:
• η Νησίδα Δριμνιά Δωρίδος
• η Νησίδα Πρασούδι Δωρίδος
• η Νήσος Τριζόνια Δωρίδος

Όσον αφορά την χλωροπανίδα της περιοχής στις ανώτερες ορεινές ζώνες η χλωρίδα διακρίνεται για την προσαρμογή της σε περιόδους ψύχους, στις κατώτερες ορεινές δε για την προσαρμογή της σε περιόδους ξηρασίας. Μια μέση κατάσταση εμφανίζεται στην άμεση περιοχή υδρορροών. Τα αειθαλή φυτά χαρακτηρίζονται από την οικονομία και προστασία των χυμών. ‘Eτσι έχουμε ξερόφυτα και φυτά αποθηκευμένης υγρασίας. Τα ξερόφυτα έχουν πολλά χαρακτηριστικά, που φτάνουν από τα μικρά φύλλα μέχρι τα αγκάθια (κυπαρίσσια, κέδροι) ή από φύλλα με υμένα (πικροδάφνες) ή από φύλλα προστατευόμενα με τρίχωμα ή αρωματικά και αιθέρια έλαια (θυμάρι). Πολλές φορές αυτά τα χαρακτηριστικά συνυπάρχουν στο ίδιο φυτό ενώ άλλα φυτά μπορούν να συντηρούν το νερό στα σωματώδη χυμώδη φύλλα τους (οπούντια, αγκάβη) και με τις βαθιές τους ρίζες. Αντίθετα με τα ξερόφυτα άλλα φυτά φύονται και αναπτύσσονται κατά την περίοδο των βροχών. Τέτοια φυτά είναι τα γεώφυτα ή θερόφυτα (ασφόδελος, άγρια κρεμμύδια), τα οποία επιβιώνουν τους καλοκαιρινούς μήνες υπόγεια με το ριζικό τους σύστημα. Η περιοχή έχει τη συνηθισμένη για το υψόμετρο και τη θέση που βρίσκεται ζωοκοινότητα. Από τα άγρια ζώα συναντώνται συχνά το αγριογούρουνο, η αλεπού, το τσακάλι, το κουνάβι και ο λαγός. Από την πτηνοπανίδα συναντώνται συχνά καρακάξες, κουρούνες, πέρδικες, τρυγόνια ενώ σπάνιοι είναι οι αετοί στη γύρω περιοχή. Από τα ερπετά και τα αμφίβια απαντώνται οχιές, σαύρες, χελώνες. Παρατηρεί ακόμη κανείς θηλαστικά ζώα όπως ασβούς, νυφίτσες, σκαντζόχοιρους και διάφορα πτηνά (μπεκάτσες, αηδόνια, χελιδόνια, σπουργίτια και χωραφοσπουργίτια) που συμπληρώνουν την πτηνοπανίδα.

Οι πλευρές της Γκιώνας προς το Λιδωρίκι είναι κατάφυτες από έλατα και κέδρους (αρκεύθους), στις χαράδρες παρατηρούνται σφεντάμια, ενώ στα ξέφωτα υπάρχουν αγριολούλουδα και αγριοτριανταφυλλιές. Στα δάση της ζουν άγρια ζώα, λύκοι (είναι το νοτιότερο σημείο εξάπλωσής τους στην Ελλάδα),αγριογούρουνα, ζαρκάδια και αγριόγιδα, ενώ στις απόκρημνες πλαγιές της πετούν αρπακτικά πουλιά όπως γυπαετοί και χρυσαετοί. Επίσης διαθέτει και πολλά λιβάδια που συντηρούν αιγοπρόβατα. Παρότι ο συνδυασμός των λιβαδιών με τις κάθετες ορθοπλαγιές κυρίως στα δυτικά, συνθέτουν ξεχωριστή αισθητική τοπίου και αποτελούν καταφύγιο για την άγρια ζωή, στη βόρεια, ανατολική και νότια πλευρά του βουνού υπάρχουν μεταλλεία εξόρυξης βωξίτη που επηρεάζουν την εικόνα του βουνού. Η ύπαρξη στην οροσειρά της Γκιώνας και ιδιαίτερα στους βραχώδεις σχηματισμούς των κορυφών και ιδιαίτερα στις ορθοπλαγιές των χαραδρών, σημαντικού αριθμού ενδημικών και σπάνιων φυτών (π.χ. Arenaria gionae) δίνει στην περιοχή μεγάλη οικολογική αξία. Η Γκιώνα χωρίζεται στα δύο από τη βαθιά χαράδρα της Ρεκάς που εισχωρεί στον κύριο όγκο του βουνού από τα ανατολικά, ενώ η ρεματιά του Λάζου διατρέχει το βουνό από βορρά προς νότο, παράλληλα με το Μόρνο, στα δυτικά. Η Γκιώνα, συγκριτικά με τα Βαρδούσια απέναντι της, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άνυδρο βουνό.

Τα Βαρδούσια είναι από τις ελάχιστες οροσειρές της Ελλάδας που έχουν αλπικό χαρακτήρα. Η οροσειρά ορίζεται από τους ποταμούς Μόρνο, Εύηνο και Κοκκινοπόταμο και έχει πλούσια χλωρίδα. Μεγάλο τμήμα της επιφάνειας της καλύπτεται από δάση ελάτης, βελανιδιάς και κέδρων (αρκεύθων) ενώ στα εκτεταμένα υψίπεδα που σχηματίζονται ανάμεσα στις κορυφές βόσκουν μεγάλα κοπάδια προβάτων και γιδιών. Πολλά σημεία του βουνού είναι κατάλληλα για ορειβασία ενώ στις πλαγιές των Σκόρδων λειτουργούν δύο ορειβατικά καταφύγια.

Η πελώρια θωριά των Βαρδουσίων και οι αλπικές κορυφές που ξεπροβάλλουν μέσα από τα σύννεφα καρφώνοντας τον ουρανό εντυπωσιάζουν. Κοιτώντας τον επιβλητικό αυτό ορεινό όγκο, καθώς περιδιαβαίνεις τις όχθες της λίμνης του Μόρνου, διαπιστώνει κανείς πως δικαιολογημένα οι ορειβάτες τα αποκαλούν «Άλπεις της Ρούμελης». Το αρχαίο ελληνικό όνομα του βουνού ήταν Κόραξ, ενώ ο αρχαίος γεωγράφος και ιστορικός Στράβων το ονόμασε «Μέγιστον όρος» εξαιτίας της εντυπωσιακής παρουσίας του. Μεγάλες περιοχές του βουνού καλύπτονται από δάση ελάτης, βελανιδιάς καστανιάς και κέδρων. Όμως η πραγματική χλωριδική πανδαισία βρίσκεται στα αλπικά λιβάδια που ξανοίγονται σε ύψος 1.800 έως 2.000 μέτρων, με πολλά σπάνια, ενδημικά είδη (όπως η Caphalaria glaberrima, η Campanula colu-mnaris, η Acbillea barbeyana). Από τα μεγάλα θηλαστικά που ζουν εδώ το πιο σημαντικό είναι το αγριόγιδο, που δυστυχώς διώκεται ανελέητα από λαθροθήρες, και ο λύκος, στο νοτιότερο πιθανότατα σημείο εξάπλωσής του στη Βαλκανική χερσόνησο. Αξιόλογη είναι επίσης η ορνιθοπανίδα καθώς μέρος των Βαρδουσίων έχει χαρακτηρισθεί ως «Ζώνη Ειδικής Προστασίας», όπου κυριαρχούν τα μεγάλα αρπακτικά, φιδαετοί, λίγα ζευγάρια των σπάνιων πια χρυσαετών, πετρίτες κ.ά.