Δημοτική Ενότητα Βαρδουσίων

/Δημοτική Ενότητα Βαρδουσίων
Δημοτική Ενότητα Βαρδουσίων 2017-11-02T12:10:05+00:00

Συνεχίζοντας το οδοιπορικό μας στα ορεινά της Δωρίδας, μεταφερόμαστε στη δημοτική ενότητα Βαρδουσίων η οποία συνορεύει με την Ορεινή Ναυπακτία. Περιλαμβάνει 13 χωριά με συνολικό πληθυσμό 1.391 κατοίκους και πρωτεύουσα το Κροκύλειο που είναι η γενέτειρα του Στρατηγού Μακρυγιάννη.

Το Κροκύλειο, πατρίδα του Μακρυγιάννη, είναι χτισμένο σε υψόμετρο 840 μέτρων σε επικλινές έδαφος του Ξεροβουνίου. Το 426 π.Χ. ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης, ξεκινώντας από το Λοκρικό Οινεώνα κοντά στο Ευπάλιο, κατέλαβε τις Αιτωλικές πόλεις Κροκύλειο, Ποτιδάνεια και Τείχιο, αλλά ηττήθηκε στο Αιγίτιο. Κατά νεότερη εκδοχή, το αρχαίο Κροκύλειο βρισκόταν χαμηλότερα, κοντά στο χωριό Κάμπος Ευπαλίου. Το Κροκύλειο ήταν, το δεύτερο μεγαλύτερο χωριό της περιοχής, μετά την Αρτοτίνα, τόσο στα προεπαναστατικά χρόνια όσο και μετά την απελευθέρωση. Ένα από τα τέσσερα σχολαρχεία της επαρχίας Δωρίδας λειτουργούσε στο Κροκύλειο, όπου και φιλοξενούσε 150 παιδιά από 15 χωριά της ορεινής Δωρίδας.
Εκτός από την πλούσια φυσική ομορφιά, τα δάση του, τα καρποφόρα δέντρα, τις δροσερές ρεματιές του κατάφυτες από ιτιές, καρυδιές και πλατάνια, διαθέτει γραφικά ξωκλήσια, παλιά αρχοντικά, μουσείο Λαϊκής Tέχνης, Βρύση – Μνημείο στο στόμιο της οποίας σκάλισαν προτομές δημοτικών αρχόντων, το κτίριο (δημοτικό σχολείο) που χτίστηκε το 1904 δαπάνη ΑΝΔΡΕΑ ΣΥΓΓΡΟΥ.

Η Αρτοτίνα, το χωριό του Αθανάσιου Διάκου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 1100 – 1350μ στην αγκαλιά του “Κόρακα”, στα πλευρά της Πυραμίδας (2350μ) σε μια περιοχή με κρημνώδεις χαραδρώσεις, με ορμητικούς χείμαρρους και ποτάμια όπως: η Σαΐτα, ο Βαρδουσιώτης, οι καρυοποταμοπηγές του Εύηνου-Φίδαρη. Είναι περιοχή που έστησαν τα καραούλια τους οι αρματολοί και οι κλέφτες στην τουρκοκρατία, πλήθος τοπωνυμίων υποδηλώνουν τους ήρωες της Αρτοτίνας “Το κελί του Διάκου”, “του Σαφάκα τα ταμπούρια”, “του Σκαλτσοδήμου ο έλατος”, “Η σπηλιά του Γιαννούλα”, “του Γούλα η ράχη”, και πολλά άλλα. Παλαιότερα την αποκαλούσαν «καπετανοχώρι» της Δωρίδας γιατί εκεί γεννήθηκαν οπλαρχηγοί και καπεταναίοι της Επαναστάσεως του 1821 μεταξύ των οποίων και οι Λουκάς Καλιακούδας, συμπολεμιστής του Λάμπρου Κατσώνη, ο Δήμος Σκαλτσάς, ο Ιωάννης Ρούκης, ο Αντρίτσος Σαφάκας. Η Αρτοτίνα ελευθερώθηκε από τον Κίτσο Τζαβέλα το 1828. Από το 1836 έως 1869 υπαγόταν στο Δήμο Κροκυλείου.
Στην Αρτοτίνα βρίσκεται η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου – το μοναστήρι στο οποίο καλογέρεψε ο Αθανάσιος Διάκος προτού ξεχυθεί στο αρματολίκι. Μέχρι και σήμερα σώζεται το κελί στο οποίο εμόνασε ο Ήρωας. Έξω ακριβώς από το κελί του Διάκου, η Κεντρική Επιτροπή Εκατονταετηρίδος εντοίχισε το 1930 μαρμάρινη επιγραφή «Εντάυθα εμόνασε το τέκνον της Αρτοτίνης, ο Αθανάσιος Διάκος».

Το χωριό Πενταγιοί: Δεν μπορεί να περιγράφει κανείς τους Πενταγιούς χωρίς να αναφερθεί στην θρυλική και πολυτραγουδισμένη ανά το πανελλήνιο, Μαρία Πενταγιώτισσα, την όμορφη “δασκαλοπούλα”, που στην ποδιά της “σφάζονταν παλικάρια”. Η Πενταγιού είναι κτισμένη στα 950μ υψόμετρο, κάτω από το Ξηροβούνι και αποτελεί συνέχεια της αρχαίας Ελληνικής Ρίγας στο τοπωνύμιο Παλαιοχώρι που βρίσκεται είκοσι λεπτά βορειανατολικά της. Η ετυμολογία του ονόματος μάλλον προέρχεται από πέντε αγίους (εκκλησίες) που υπάρχουν εκεί. Δραστήριοι οι Πενταγιώτες ανέδειξαν προσωπικότητες που ενδιαφέρθηκαν για τα προβλήματα όχι μόνο του τόπου τους, αλλά και ολόκληρης της Δωρίδας.
Το 1905 ο Πενταγιώτης Παπατσούρης Αθανάσιος έκδοσε την πρώτη Δωρική εφημερίδα με τίτλο “Δωρίς” από όπου υψώνει φωνή διαμαρτυρίας για την άθλια κατάσταση των χωριών σε θέματα που αφορούσαν την εκπαίδευση, την δημόσια ασφάλεια, τις συγκοινωνίες. Στην Πενταγιού υπάρχουν αρκετά γραφικά ξωκλήσια και η επιβλητική εκκλησία τους οι Παμμεγίστοι Ταξιάρχες. Ακόμη το χωριό διαθέτει πολιτιστική αίθουσα που φέρνει την ονομασία “Βαρδουσιακή σχολή Ελευθέριου Λόγου¨ στην οποία υπάρχει βιβλιοθήκη 300 τόμων, δημοτικό σχολείο και αγροτικό ιατρείο.

Το Ψηλό Χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 1166 μέτρα και είναι ένα από τα πιο ορεινά χωριά της περιοχής, ανάμεσα από τις κορυφές των Βαρδουσίων Σκοτεινή (1537μ), Τσούπα (1609μ) και Αϊ-Νικόλας (1600μ).
Έλατα καταπράσινα και πανύψηλες καρυδιές περικλείουν το Υψηλό Χωριό δίνοντάς του ένα μοναδικό χρώμα και σχηματίζοντας ένα εξαιρετικού κάλλους φυσικό τοπίο. Τουλάχιστον πέντε βρύσες το περιβάλλουν και τα τρεχούμενα, γάργαρα νερά τους δίνουν ζωή στη φύση που οργιάζει σχηματίζοντας πυκνή βλάστηση και πανέμορφες εικόνες. Αξίζει, αν περάσετε από το Υψηλό Χωριό να σταματήσετε να δροσιστείτε στη Μεγάλη Βρύση, τον Λάκκο, την Τσερδεκλοβρύση, την Αραποστοβρύση ή την Καραϊνοβρύση.
Από το 1852 χρονολογείται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Υψηλό Χωριό, ενώ στο πάνω μέρος του χωριού βρίσκεται ο Άγιος Νικόλαος. Αξίζει να περπατήσετε και ως τα ακόμα οκτώ μικρά ξωκλήσια στις γύρω πλαγιές και κορυφές για να θαυμάσετε τα απαράμιλλης ομορφιάς τοπία της ορεινής Φωκίδας.
Το Υψηλό χωριό απέχει από την Άμφισσα 116 Km, από το Λιδωρίκι 56 Km, από την Αρτοτίνα 17 Km και από το Κροκύλειο 23 Km

Ο Ζοριάνος (υψ. 800μ) έλαβε το όνομά του από τον ομώνυμο στρατηγό του Δεσποτάτου της Ηπείρου και διανοούμενου του 13ου – 14ου αιώνα. Διαθέτει αξιόλογη λαογραφική συλλογή. Κτισμένο σε υψόμετρο 800μ στο νότιο τμήμα της Β.Δ. Δωρίδας φέρνει το όνομα του πρωτομάστορα Μιχαήλ Ζωριάνου. Η ίδρυση τους χρονολογείται στους Βυζαντινούς χρόνους. Επί Δεσπότου Ηπείρου Θωμά Κομνηνοδούκα (1296а1318μ.Χ.), η ευρύτερη εδαφική περιοχή υπήρξε κτήμα και «στρατιωτόπιο» του στρατηγού Μιχαήλ Ζωριάνου, γόνου πολύκλαδης βυζαντινής οικογένειας των δυνατών Ζωριάνων, στους οποίους ο Αυτοκράτορας Λέων ο Ίσαυρος ο Γ (717 – 741μ.Χ.) είχε αναθέσει τη στρατηγική υποστήριξη της νεοσύστατης Επισκοπής Λιδωρικίου, κατά το σύστημα της «Επίσκεψης».

Η σύμπτυξη των διαφόρων μικροοικισμών του Μ. Ζωριάνου (Ιτιά, Κελί, Γούρνες, Λαμπέϊκα, κλπ.) στη σημερινή θέση του χωριού τοποθετείται γύρω στο 1580 μ.Χ. Από το 1836 ανήκε στο Δήμο Κροκυλείου ως Ζουργιάνι και αργότερα Ζοριάνον. Αναγνωρίστηκε το 1912 ως ανεξάρτητη Κοινότητα Ζοριάνου. Αργότερα εμφανίζεται ως Ζωριάννου και το 1953 επανέρχεται η ονομασία Ζοριάνος. Το 2002 η ορθογραφία της ονομασίας καθορίστηκε στο ορθόν ως Ζωριάνο. Στο χωριό διατηρείται προεπαναστατικό κτίσμα με χαρακτηριστική δόμηση έχει μόνο ένα δωμάτιο με την πατροπαράδοτη εστία στο κέντρο του, τις πολεμίστρες. Μεγάλο κτίριο που κτίστηκε από την Αγροτική Tράπεζα χρησιμοποιήθηκε παλιότερα σαν αποθήκη γεωργικών προϊόντων και λιπασμάτων και σήμερα στεγάζει το Πνευματικό Κέντρο του χωριού.Το Δημοτικό Σχολείο που ιδρύθηκε κάπου μετά το 1835, στεγάστηκε αρχικά στην περιοχή της σημερινής πλατείας και από το 1899 έως το 1938 στον ξενώνα (σημερινό Κοινοτικό Γραφείο). Με δαπάνη του κληροδοτήματος Συγγρού, το 1908, κτίστηκε νέο διδακτήριο, το οποίο υπολειτούργησε και κατέρρευσε.Ρυθμού Βασιλικής στο κέντρο του χωριού, ο ναός του Αγ. Νικολάου χτίστηκε το 1830 και ανακαινίστηκε το 1846. Σπάνιας αρχιτεκτονικής τέχνης το τριώροφο καμπαναριό.

Το Κουπάκι (υψ. 850μ), με εξαίρετη θέα προς τη ποταμιά και τη λίμνη του Μόρνου. Διαθέτει πλούσια σε εκθέματα λαογραφική συλλογή. Το Κουπάκι είναι κτισμένο στην πλαγιά μιας κορυφής των Βαρδουσίων με την ονομασία Πύργος (1100μ), μια πλαγιά που καλύπτει χίλια στρέμματα δάσους πυκνού από καστανιές και βελανιδιές. Στη σημερινή του θέση πρέπει να ιδρύθηκε μετά το 1700 ενω ο παλαιότερος οικισμός βρισκόταν στη θέση «Παλιοκούπακο» ή «Πέρα Χωριό». Στη θέση παλαιού ναΐσκου του Αγ. Γεωργίου, χτίστηκε το 1858 νέος ναός. Για να μεταφέρουν τις μεγάλες πέτρες που χρησιμοποίησαν στην τοιχοποιΐα του ναού, έφεραν καμήλα από τα Σάλωνα. Ο ναός ανακατασκευάστηκε και εξωραΐστηκε στα 1954, με εισφορές και προσωπική εργασία των χωριανών.Στο εξωκλήσι της Αγ. Παρασκευή, γίνεται και πανηγύρι στις 26 Ιουλίου, ο Πρ. Ηλίας, η Αγ. Τριάδα και ο Αγ. Σπυρίδωνας, άλλα ξωκλήσια της περιοχής.

Ερείπια αρχαίων οικισμών (τάφοι, ογκόλιθοι κτίσματος, νομίσματα) βρέθηκαν στα τοπωνύμια του χωριού Ιτιά, Πονιγάνι, Μοραβέλι, Παλιοκούπανο. Το 1821 οι Κουπακιώτες αγωνιστές πολέμησαν και θυσιάστηκαν ενάντια στον Τουρκικό ζυγό.

Το Περιβόλι (υψ. 600μ), είναι πράγματι το «περιβόλι του Βαρδουσίων».Το νοτιότερο Δημοτικό Διαμέρισμα είναι το Περιβόλι κτισμένο σε υψόμετρο 600μ, πολύ κοντά στο φράγμα του Μόρνου. Οι βουνοκορφές του, ο Αϊ-λιάς, η Αχυρώνα, οι ‘Ανω και Κάτω Ράχη, το Βάρβορο, είναι δασόφυτες από ιτιές , κουμαριές, δρυς, σπάρτα, φρύγανα και ρείκια. Ιχνη αρχαίου οικισμού, τάφοι, τεμάχια κεραμικών φανερώνουν Αιτωλικό οικισμό. Το χωριό παλιότερα ήταν κτισμένο στο τοπωνύμιο ‘Aγιος Νικόλαος ή Πέρα Χωριό όπου και μέχρι σήμερα διατηρούνται δύο-τρία σπίτια. Γραφικό ξωκλήσι του χωριού αυτού του Αϊ-Ταξιάρχη Μιχαήλ κτισμένο στο τοπωνύμιο Αμπέλια.

Το Αλποχώρι, ένα όμορφο χωριό, στα δυτικά όρια της Δωρίδας με τη Ναυπακτία, σε υψ. 1000 μ., στους πρόποδες του Βλαχοβουνιού, με θέα προς τον Πατραϊκό, τη γέφυρα του Ρίου και το όρος Παναχαϊκό. Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Επί τουρκοκρατίας η περιοχή, με πολλά νερά, καλλιεργείτο με κηπευτικά και ανήκε στον Τούρκο αξιωματούχο του Λιδωρικίου Αχμέτ Αλή και την ονόμαζαν Αλή – Μποχώρ (κήπος του Αλή) = Αλημποχώρ, Αλουποχώρ, Αλποχώρι. Κατ’ άλλη εκδοχή, καταδιωγμένοι Σουλιώτες κατά τον 18ο αιώνα ίδρυσαν τον οικισμό και του έδωσαν το όνομα του χωριού τους, αφού και σήμερα Αλεποχώρι υπάρχει στην περιοχή του Σουλίου. Δεν αποκλείεται η ονομασία να προέρχεται από το ζώο αλεπού ή να έχει σχέση με το κατάλληλο για καλλιέργεια κοκκινωπό χώμα, το αλπόχωμα. Οι φυσικές ομορφιές του χωριού, η άφθονη βλάστηση και τα γάργαρα νερά των πηγών Φτερούσι και Δέση, προσφέρουν ένα ιδανικό τοπίο για ευχάριστες αποδράσεις. Οι επισκέπτες και οι κυνηγοί εξυπηρετούνται από το σύγχρονο ξενώνα (4 εξοπλισμένα δωμάτια με 12 κρεβάτια, με θέρμανση, ανεξάρτητη τηλεόραση και λουτρό) και ταβέρνα, που λειτουργούν χειμώνα, καλοκαίρι.

Το Διχώρι βρίσκεται ριζωμένο σε μια επίπεδη πλαγιά, στα 1200μ μιας βουνοκορφής των Βαρδουσίων. Φανταστική η θέση του σε θέα και χρώματα. Υπάρχει πλούσια βλάστηση και υγιεινό κλίμα. Στο κεφαλάρι του χωριού υπάρχει πυκνό ελατόδασος, ενώ πολλές οι υδροφόρες του ρεματιές όπως το Αγιανόρεμα, το Δεόρεμα, το Λευκόρεμα του Μαλά και άλλες. Επίσης πολλές είναι οι καστανιές του χωριού, κάποτε το χωριό ζούσε από τα κάστανα και έτσι ονομάστηκε Καστανοχώρι της ορεινής Δωρίδας.

Η Κερασιά βρίσκεται νότια των Βαρδουσίων και σε υψόμετρο 1.260μ. Ανατολικά της επεκτείνεται η επιβλητική οροσειρά του Κόρακα, ενώ νοτιοδυτικά τα βουνά της Ακαρνανίας. Εδώ υπάρχει ιδιόκτητο ελατόδασος το οποίο καλύπτει έκταση 15 τετραγωνικά χλμ. Υπάρχουν επίσης πολλές κερασιές, μηλιές και δαμασκηνιές. ‘Αφθονα τα νερά και πηγές με πλουσιότερη τη “Μπούκουρη” πότιζουν τη γη. Πολλά τα ξωκλήσια που συναντάμε όπως αυτά της Αγίας Παρασκευής, της Αγίας Κυριακής, της Παναγίας, του Αγίου Αθανασίου. Τη φυσιογνωμία του χωριού καθορίζουν επίσης παραδοσιακά κτίρια, λιθόκτιστες εκκλησίες, πετρόκτιστες βρύσες. Παραδοσιακό κτίσμα εκατό ετών το σχολείο του χωριού είναι σήμερα το Πνευματικό του Κέντρο. Επιβλητική σε ρυθμό βασιλικής η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ομορφαίνει, μαζί με το αγέρωχο πλάτανο και το Ηρώο, την πλατεία. Ο οικισμός του έχει τις ρίζες του στην Ελληνιστική εποχή και η συνέχειά της στην Βυζαντινή, διάσπαρτοι τάφοι αλλά και ευρήματα πήλινα που βρέθηκαν στα τοπωνύμια του χωριού Βλαχοβούνια και Παλαιοχώρι ενισχύουν την άποψη αυτή. Από την Κερασιά καταγόταν ο αρματολός και αργότερα οπλαρχηγός Γιάννης Φουσέκης – Φετάκης. Στην Κερασιά υπάρχει μικρής δυναμικότητας ξενώνας.

Το Κριάτσι είναι ένα πανέμορφο χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 1250μ με θέα σε παραπόταμο του Εύηνου-Φίδαρη, βρίσκεται στους πρόποδες των σκεπασμένο από έλατα βουνοκορφών των Βαρδουσίων. Σύμφωνα με την παράδοση, το χωριό ιδρύθηκε το 18ο αιώνα από Πελοποννησίους. Ο πρώτος οικιστικός πυρήνας που διασώζεται μέχρι σήμερα, κατασκευάστηκε με χαρακτηριστικά «αμυντικής αρχιτεκτονικής».

Το Κόκκινο (Λούτσοβο) βρίσκεται σε προνομιακή θέση, κτισμένο σε υψόμετρο 650μ σε λόφο προσηλιακό απολάμβανε τον ρου του ποταμού Μόρνου παλαιότερα και τη θέα της τεχνητής λίμνης του σήμερα. Παρόλο που η λίμνη δημιούργησε ένα ειδυλλιακό τοπίο, το τίμημα για τον Κόκκινο ήταν σκληρό αφού στα νερά της καταποντίστηκαν πολλά στρέμματα γής που κάποτε καλλιεργούνταν καλαμπόκια, σιτάρια, σταφύλια και κάστανα, καθώς επίσης και έντεκα (11) νερόμυλοι και το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Η ιστορία του χωριού ανάγεται σε αρχαίους χρόνους αφού στο Παλιόκαστρο του Λούτσοβου ΝΑ από το χωριό βρέθηκαν ερείπια αρχαίου κτίσματος. Επίσης μεγάλη ήταν η συμβολή του στον αγώνα ενάντια στην Τουρκοκρατία το 1821. Σύμφωνα με κάποιες βιβλιογραφικές πηγές το χωριό ιδρύθηκε τον 7ο ή 8ο μ.Χ. αιώνα. Κατά την επιδρομή των Γαλατών το 279 π.Χ., ο τότε αρχαίος οικισμός φαίνεται ότι καταστράφηκε μαζί με τη γειτονική Καλλίπολη.

Το Τρίστενο κτισμένο σε υψόμετρο 850μ είναι ένα γραφικό όμορφο χωριό στα πόδια του οποίου ρέει ο Κοκκινοπόταμος, κυριότερος άλλοτε παραπόταμος του Μόρνου. Το 1903 κατασκευάστηκε σιδερένια γέφυρα που εξυπηρετούσε τα χωριά της περιοχής αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Τον πλούτο του χωριού σε νερά μαρτυρούν οι έξι νερόμυλοι, πολλά γεφύρια, η Μεγάλη Βρύση και η Βρύση του Μότσου. Αξιόλογο από αρχιτεκτονικής πλευράς είναι το κτίριο του δημοτικού σχολείου, που σήμερα χρησιμοποιείται ως Πνευματικό Κέντρο. Η εκκλησία του χωριού “Μεταμόρφωση του Σωτήρος” περιέχει στο τέμπλο της εικόνες που ζωγράφισε ο Τριστενιώτης αγιογράφος Σπυρόπουλος. Ένα χιλιόμετρο έξω από το χωριό βρίσκονται τα γραφικά ξωκλήσια της Παναγίας και του Αϊ-Γιάννη. Από εκεί μένει έκθαμβος κάποιος αγναντεύοντας τη φυσική ομορφιά που συνθέτουν οι κορφές Ξηροβουνίου, Προφήτη Ηλία (1600μ), Κόρακα και η λίμνη του Μόρνου.